Μετάφραση του "tedioso" σε Ελληνικά

Οι βαρετός, ανιαρός, πληκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tedioso" σε Ελληνικά.

tedioso adjective masculine γραμματική

Che causa noia.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρετός

    adjective masculine

    Che causa noia.

    Come sta il cugino Marcello?- Tedioso ma in salute

    Πώς είναι ο ξάδερφος Μάρκελλος;- Βαρετός, αλλά υγιής

  • ανιαρός

    adjective masculine

    Che causa noia.

    Un vero stolto tedioso.

    Ένας ανιαρός κι ανόητος.

  • πληκτικός

    adjective masculine

    Che causa noia.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tedioso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tedioso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη