Μετάφραση του "tempo" σε Ελληνικά

Οι χρόνος, καιρός, ώρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tempo" σε Ελληνικά.

tempo noun masculine γραμματική

Velocità durante una certa parte del ritmo di una canzone. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun masculine

    διάσταση στην οποία τα γεγονότα ταξινομούνται από το παρελθόν στο παρόν και μετά στο μέλλον [..]

    Semplicemente non ho il tempo di fare tutto quello che voglio fare.

    Απλά δεν είχα το χρόνο να κάνω όλα αυτά που ήθελα.

  • καιρός

    noun masculine

    μετεωρολογικές συνθήκες [..]

    Il tempo è più bello di ieri.

    Ο καιρός είναι καλύτερος από χθες.

  • ώρα

    noun feminine

    Dimensione dello universo fisico dove, ad un dato posto, vengono ordinate le sequenze degli avvenimenti.

    Mi ci è voluto un po' di tempo per persuaderla.

    Με πήρε λίγη ώρα να την πείσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προθεσμία
    • φορά
    • μέρος
    • εποχή
    • στιγμή
    • μέρα
    • μισό
    • χρονικό διάστημα
    • Χρόνος
    • Καιρός
    • ημέρα
    • Tempo
    • τάιμινγκ
    • καιρικές συνθήκες
    • κατάλληλη στιγμή
    • μουσικός χρόνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tempo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tempo"

Φράσεις παρόμοιες με "tempo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tempo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη