Μετάφραση του "terriccio" σε Ελληνικά

Οι χώμα, φυτογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "terriccio" σε Ελληνικά.

terriccio noun masculine γραμματική

Terra generata dalla decomposizione di materiali vegetali.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώμα

    noun neuter

    Perche'alcuni terricci sono tossici, se ingeriti in grandi quantita'.

    Γιατί κάποιο από το χώμα είναι πολύ τοξικό αν φαγωθεί σε μεγάλες ποσότητες.

  • φυτογή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " terriccio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "terriccio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη