Μετάφραση του "terrorismo" σε Ελληνικά
Οι τρομοκρατία, Τρομοκρατία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "terrorismo" σε Ελληνικά.
terrorismo
noun
masculine
γραμματική
-
τρομοκρατία
noun feminineAffermano di aver rotto i ponti col leader, dopo che fu condannato per terrorismo.
Λένε πως έκοψαν επαφές με τον ηγέτη κι αποκήρυξαν την τρομοκρατία.
-
Τρομοκρατία
forma di lotta politica che consiste in una successione di azioni clamorose, violente e premeditate
Affermano di aver rotto i ponti col leader, dopo che fu condannato per terrorismo.
Λένε πως έκοψαν επαφές με τον ηγέτη κι αποκήρυξαν την τρομοκρατία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " terrorismo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη