Μετάφραση του "tesoriere" σε Ελληνικά

Οι ταμίας, θησαυροφύλακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tesoriere" σε Ελληνικά.

tesoriere noun masculine γραμματική

Funzionario incaricato di gestire i fondi e le entrate di un'organizzazione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταμίας

    noun m;f

    Assicurati che il tesoriere sappia che sono deducibili dalle tasse.

    Σιγουρέψω πως ο ταμίας γνωρίζουν πως εκπίπτουν σε φόρους.

  • θησαυροφύλακας

    Sono diventato una raccolta di fondi un propagandista un tesoriere.

    Μετατράπηκα σε διαχειριστή κεφαλαίων, σε συνθηματολόγο, σε θησαυροφύλακα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tesoriere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tesoriere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη