Μετάφραση του "testamento" σε Ελληνικά
Το διαθήκη είναι η μετάφραση του "testamento" σε Ελληνικά.
testamento
noun
masculine
γραμματική
Documento legale che stabilisce chi deve ricevere immobili e beni di una persona dopo la sua morte.
-
διαθήκη
noun feminineNel testamento, ha confessato l'omicidio con la cintura.
Στη διαθήκη του, ομολόγησε την υπόθεση με την ζώνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " testamento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "testamento"
Φράσεις παρόμοιες με "testamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καινή Διαθήκη
-
παλαιά διαθήκη
-
Παλαιά Διαθήκη
-
Παλαιά Διαθήκη
-
διαθήκη ζωής
-
καινή διαθήκη
-
Παλαιά Διαθήκη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη