Μετάφραση του "testamento" σε Ελληνικά

Το διαθήκη είναι η μετάφραση του "testamento" σε Ελληνικά.

testamento noun masculine γραμματική

Documento legale che stabilisce chi deve ricevere immobili e beni di una persona dopo la sua morte.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαθήκη

    noun feminine

    Nel testamento, ha confessato l'omicidio con la cintura.

    Στη διαθήκη του, ομολόγησε την υπόθεση με την ζώνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " testamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "testamento"

Φράσεις παρόμοιες με "testamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "testamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη