Μετάφραση του "testimone" σε Ελληνικά

Οι μάρτυρας, κουμπάρος, σκυτάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "testimone" σε Ελληνικά.

testimone noun masculine γραμματική

Qualcuno che ha la conoscenza personale di qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάρτυρας

    noun mf

    E'difficile credere che rischierebbe di andare di nuovo in prigione solo per far fuori un testimone.

    Δύσκολο να φανταστώ ότι θα ρίσκαρε να ξαναγυρίσει στην φυλακή απλά για να σκοτώσει έναν μάρτυρα.

  • κουμπάρος

    noun masculine

    Quando Tripp mi ha chiesto di fargli da testimone per il matrimonio, sono rimasto a dir poco sorpreso.

    Όταν ο Τριπ μού ζήτησε να γίνω ο κουμπάρος του μπορώ να πω ότι με αιφνιδίασε.

  • σκυτάλη

    noun feminine

    E quando succede, dobbiamo passare il testimone ai giovani.

    Τότε πρέπει να παραδώσουμε την σκυτάλη στους νέους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " testimone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "testimone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "testimone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη