Μετάφραση του "tetto" σε Ελληνικά

Οι στέγη, σκεπή, οροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tetto" σε Ελληνικά.

tetto noun masculine γραμματική

La struttura che copre un edificio.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέγη

    noun feminine

    Il mio popolo mi voltera'le spalle se sanno che dormo sotto il tuo tetto.

    Οι δικοί μου θα μου γυρίσουν την πλάτη, αν μαθευτεί ότι κοιμάμαι κάτω απ'τη στέγη σου.

  • σκεπή

    noun feminine

    Il tetto della chiesa ha bisogno di riparazioni.

    Η σκεπή αυτής της εκκλησίας χρειάζεται επισκευή.

  • οροφή

    noun feminine

    Il tetto è supportato creando una differenza tra la pressione esteriore ed interiore dell'aria.

    Η οροφή στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πίεσης του αέρα.

  • στεγάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tetto"

Φράσεις παρόμοιες με "tetto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Πράσινη στέγη
  • άστεγος · εκτοπισθείς (εκτοπισμένο άτομο)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη