Μετάφραση του "timido" σε Ελληνικά
Οι ντροπαλός, δειλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timido" σε Ελληνικά.
timido
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ντροπαλός
adjective masculineTom è timido e non parla molto.
Ο Τομ είναι ντροπαλός και δε μιλάει πολύ.
-
δειλός
noun masculineI nostri leader politici sono troppo timidi per affrontare la realta'.
Η πολιτική μας ηγεσία είναι πολύ δειλή για να δει την πραγματικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " timido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη