Μετάφραση του "tipografo" σε Ελληνικά

Οι τυπογράφος, συνθέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tipografo" σε Ελληνικά.

tipografo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυπογράφος

    noun masculine

    artigiano che lavora nel campo della tipografia

    Fred Wegener, tipografo di professione, produceva le riviste pinzando insieme singoli fogli di carta ciclostilati.

    Ο Φρεντ Γουέγκενερ, τυπογράφος στο επάγγελμα, ετοίμαζε το περιοδικό συρράπτοντας μεμονωμένα φύλλα πολυγραφημένου χαρτιού.

  • συνθέτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tipografo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tipografo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tipografo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη