Μετάφραση του "toccare" σε Ελληνικά

Οι αγγίζω, άγγιγμα, άπτομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toccare" σε Ελληνικά.

toccare verb γραμματική

Percepire attraverso la pelle; usare il senso del tatto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγίζω

    verb

    Voglio qualcuno che possa sentire il tocco della mia mano.

    Οπως και κάποιον που να νιώθει όταν τον αγγίζω.

  • άγγιγμα

    noun

    Le mani sia per lavorare che per toccare.

    Tα χέρια για δουλειά αλλά και για άγγιγμα.

  • άπτομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επηρεάζω
    • θίγω
    • πιάνω
    • εγγίζω
    • ανοίγω
    • πατάω
    • τραυματίζω
    • πληγώνω
    • εκτείνομαι
    • ψαύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toccare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "toccare"

Φράσεις παρόμοιες με "toccare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toccare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη