Μετάφραση του "toga" σε Ελληνικά

Οι τήβεννος, ρόμπα, Τόγκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toga" σε Ελληνικά.

toga noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τήβεννος

    noun

    So che è la casa di Dio, ma questa toga è opera del diavolo.

    Ξέρω ότι είναι χώρος του Θεού, αλλά ο διάολος φτιάχνει τις τηβέννους.

  • ρόμπα

    noun

    E, sapete, avrei indossato questa toga per i successivi 25 anni.

    Και ξέρετε, θα φόραγα εκείνη την ρόμπα για σχεδόν 25 χρόνια.

  • Τόγκα

    sopravveste di lana o di altro tessuto, il cui uso è tradizionalmente legato all'appartenenza a una professione o categoria sociale

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τόγα
    • επίσημο ένδυμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toga " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toga" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη