Μετάφραση του "topico" σε Ελληνικά

Οι ουσιώδης, ουσιαστικός, σημαντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "topico" σε Ελληνικά.

topico adjective masculine γραμματική

Applicato direttamente sulla pelle; applicato direttamente su di una particolare parte del corpo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουσιώδης

    adjective masculine
  • ουσιαστικός

    adjective
  • σημαντικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " topico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "topico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη