Μετάφραση του "torio" σε Ελληνικά
Το θόριο είναι η μετάφραση του "torio" σε Ελληνικά.
torio
noun
masculine
γραμματική
-
θόριο
noun neuterelemento chimico con numero atomico 90
Riguardo ai reattori che impiegano il torio, il torio è un materiale non fissile.
Όσον αφορά τους αντιδραστήρες θορίου, το θόριο είναι μη σχάσιμο υλικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " torio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "torio"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη