Μετάφραση του "tornio" σε Ελληνικά

Οι Τόρνος, τόρνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tornio" σε Ελληνικά.

tornio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τόρνος

    macchina utensile utilizzata per la lavorazione di un pezzo posto in rotazione

    Torni (compresi centri di tornitura) che operano per asportazione di metallo (esclusi torni orizzontali)

    Τόρνοι, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων τόρνευσης, για αφαίρεση μετάλλου (εκτός των οριζόντιων τόρνων)

  • τόρνος

    noun masculine

    Torni orizzontali a controllo numerico, che operano per asportazione di metallo (esclusi centri di tornitura, torni automatici)

    Άλλοι οριζόντιοι τόρνοι, με ψηφιακό έλεγχο, για αφαίρεση μετάλλου (εκτός από τορνευτήρια, αυτόματους τόρνοι)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tornio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tornio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη