Μετάφραση του "torrenziale" σε Ελληνικά
Το καταρρακτώδης είναι η μετάφραση του "torrenziale" σε Ελληνικά.
torrenziale
adjective
masculine
γραμματική
-
καταρρακτώδης
adjectiveLa volta acquea, o oceano celeste, si apre e una pioggia torrenziale si riversa sull’arca.
Ο υδάτινος θόλος, ή αλλιώς ουράνιος ωκεανός, σκίζεται και η καταρρακτώδης βροχή σφυροκοπάει την κιβωτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " torrenziale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "torrenziale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νεροποντή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη