Μετάφραση του "tosaerba" σε Ελληνικά

Οι χλοοκοπτική μηχανή, χορτοκοπτικό, μηχανή κουρέματος γκαζόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tosaerba" σε Ελληνικά.

tosaerba noun masculine γραμματική

Attrezzo, generalmente a motore, usato per tagliare l'erba.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χλοοκοπτική μηχανή

    feminine
  • χορτοκοπτικό

    Una volta facemmo partire un tosaerba con dell'acquavite che facemmo.

    Βασικά μια φορά κατουρίσαμε μέσα σε ένα χορτοκοπτικό και πήρε μπροστά.

  • μηχανή κουρέματος γκαζόν

    noun
  • χορτοκοπτική μηχανή

    Una casa con un tosaerba e senza una recinzione attorno.

    Το είδος σπιτιού που έχει φράχτης και χορτοκοπτική μηχανή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tosaerba " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tosaerba"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tosaerba" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη