Μετάφραση του "tossire" σε Ελληνικά

Οι βήχω, βήχας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tossire" σε Ελληνικά.

tossire verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βήχω

    verb

    Quando tossisco, mi sento come se volessi vomitare, zio Stephen.

    Όταν βήχω, μου'ρχεται να κάνω εμετό, θείε Στίβεν.

  • βήχας

    noun masculine

    problemi respiratori, cioè difficoltà a respirare o a tossire che può essere correlata alle infezioni

    αναπνευστικά προβλήματα π. χ. δυσκολία στην αναπνοή ή βήχας που μπορεί να σχετίζεται με

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tossire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tossire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη