Μετάφραση του "tracciante" σε Ελληνικά

Το ιχνηθέτης είναι η μετάφραση του "tracciante" σε Ελληνικά.

tracciante adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιχνηθέτης

    Dopo la diluizione nel tunnel, il gas tracciante viene misurato.

    Ύστερα από αραίωση στη σήραγγα, το αέριο ιχνηθέτης μετριέται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tracciante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tracciante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ενοποιημένο μοντέλο ανίχνευσης
  • περιοχή σχεδίασης
  • κομμάτι ήχου · παρακολούθηση
  • περίοδος λειτουργίας ανίχνευσης
  • αναπαριστάνω · απεικονίζω · ζωγραφίζω · ιχνογραφώ · περιγράφω · περιορίζω · σκιαγραφώ · σκιτσάρω · σχεδιάζω
  • διαδρομή · τροχιά
  • ίχνος · κομμάτι · κομμάτι ήχου · παρακολούθηση · σημάδι · τροχιά
  • πρόγραμμα κατανάλωσης μηνυμάτων ανίχνευσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tracciante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη