Μετάφραση του "tracollo" σε Ελληνικά

Οι κατάρρευση, λιποθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tracollo" σε Ελληνικά.

tracollo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάρρευση

    noun feminine

    In questo momento siamo testimoni del tracollo del sistema finanziario internazionale non soggetto alle regole bancarie.

    Τώρα παρακολουθούμε την κατάρρευση του διεθνούς μη τραπεζικού συστήματος.

  • λιποθυμία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tracollo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tracollo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tracollo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη