Μετάφραση του "tranquillante" σε Ελληνικά

Το ηρεμιστικό είναι η μετάφραση του "tranquillante" σε Ελληνικά.

tranquillante adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηρεμιστικό

    noun neuter

    Zepeda l'ha colpita con un tranquillante qualche ora fa.

    Zepeda χτύπησε της με ένα ηρεμιστικό πριν από λίγες ώρες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tranquillante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tranquillante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tranquillante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη