Μετάφραση του "tranquillante" σε Ελληνικά
Το ηρεμιστικό είναι η μετάφραση του "tranquillante" σε Ελληνικά.
tranquillante
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ηρεμιστικό
noun neuterZepeda l'ha colpita con un tranquillante qualche ora fa.
Zepeda χτύπησε της με ένα ηρεμιστικό πριν από λίγες ώρες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tranquillante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tranquillante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ήρεμη · ήρεμος · ήσυχος · αθόρηβος · γαλήνιος
-
ήρεμος · γαλήνιος
-
μη αφρώδης οίνος
-
σουητώνιος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη