Μετάφραση του "trifoglio" σε Ελληνικά

Το τριφύλλι είναι η μετάφραση του "trifoglio" σε Ελληνικά.

trifoglio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τριφύλλι

    noun neuter

    Martyn) o di altre colture da foraggio sottoposte a essiccazione e macinazione contemporaneamente al trifoglio.

    Martyn) ή άλλα φυτά χορτονομής που έχουν ξηρανθεί και αλεστεί ταυτοχρόνως με το τριφύλλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trifoglio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trifoglio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trifoglio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη