Μετάφραση του "tristezza" σε Ελληνικά

Οι λύπη, θλίψη, δυστυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tristezza" σε Ελληνικά.

tristezza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λύπη

    noun feminine

    Emozione umana e animale

    Sono colpito dalla tristezza e dalla durezza del suo viso.

    Με εξέπληξε η λύπη και η αντοχή του προσώπου της.

  • θλίψη

    noun feminine

    Shih K'ung... il vino aumenta la tristezza, non ubriacarti.

    Shih Kung, το κρασί μεγαλώνει την θλίψη, μην μεθύσεις.

  • δυστυχία

    noun feminine

    Ma dubitare di lui aggiungerebbe alla tristezza nel mondo.

    Aλλά αμφισβητώντας τoν, θ'αυξήσoυμε τη δυστυχία στoν κόσμo.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στεναχώρια
    • ανημπόρια
    • πικρία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tristezza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tristezza"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tristezza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη