Μετάφραση του "trittico" σε Ελληνικά

Το τρίπτυχο είναι η μετάφραση του "trittico" σε Ελληνικά.

trittico noun masculine γραμματική

Polittico costituito da tre tavole.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρίπτυχο

    opera pittorica o scultorea divisa in tre parti

    Infine, un'idea che mi sta a cuore: il trittico formazione, ricerca e diminuzione del tempo di lavoro.

    Και τέλος, υπάρχει μια ιδέα που με ενδιαφέρει πολύ: το τρίπτυχο κατάρτιση, έρευνα και μείωση του χρόνου εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trittico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trittico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη