Μετάφραση του "trucco" σε Ελληνικά

Οι μακιγιάζ, τέχνασμα, μέικαπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trucco" σε Ελληνικά.

trucco noun verb masculine γραμματική

Schema elaborato o ingannevole inventato per ingannare o eludere. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακιγιάζ

    noun neuter

    E ti ho anche portato la tua borsa dei trucchi.

    Και η τσάντα μακιγιάζ σου είναι εκεί μέσα.

  • τέχνασμα

    noun neuter

    Il trucco, nella vita, e'non scivolare nelle vecchie abitudini.

    Tο τέχνασμα στη ζωή είναι να μη γυρίσετε σε παλιά πρότυπα.

  • μέικαπ

    make-up

    Ma dopo aver rimosso il trucco, ho trovato un paio di lesioni recenti.

    Αλλά αφού αφαίρεσα το μέικαπ, βρήκα κάποιους πρόσφατους τραυματισμούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέικ απ
    • απάτη
    • χρώμα
    • μεικ-απ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trucco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trucco"

Φράσεις παρόμοιες με "trucco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trucco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη