Μετάφραση του "uccidere" σε Ελληνικά
Οι σκοτώνω, φονεύω, δολοφονώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uccidere" σε Ελληνικά.
Mettere volontariamente fine alla vita di un altro essere umano. [..]
-
σκοτώνω
verbΘανατώνω, αφαιρώ τη ζωή.
Un uomo è stato ucciso da un castoro in Bielorussia.
Ένας άντρας σκοτώθηκε από κάστορα στη Λευκορωσία.
-
φονεύω
verbSe perdete un processo per omicidio, si stabilira'un chiaro precedente per potere uccidere gli schiavi a piacimento.
Αν χάσετε, εδραιώνεται δεδικασμένο και οι σκλάβοι θα φονεύονται κατά το δοκούν.
-
δολοφονώ
verbΘέτω σκόπιμα τέλος στη ζωή άλλου ανθρώπου.
Pero'possiamo trovare e punire le persone che lo hanno ucciso.
Μπορούμε όμως να βρούμε και να τιμωρήσουμε τους ανθρώπους που τον δολοφόνησαν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θανατώνω
- καθαρίζω
- εκτελώ
- αποτελειώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uccidere " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "uccidere"
Φράσεις παρόμοιες με "uccidere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θήραμα · θύμα
-
σκοτώνω την κότα με τα χρυσά αυγά