Μετάφραση του "ufficio" σε Ελληνικά

Οι γραφείο, υπηρεσία, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ufficio" σε Ελληνικά.

ufficio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραφείο

    noun neuter

    Ho lavorato nel mio ufficio ieri.

    Χθες εργάστηκα στο γραφείο μου.

  • υπηρεσία

    noun feminine

    L’autorità competente designa un ufficio centrale unico di collegamento.

    Η αρμόδια αρχή ορίζει μια μοναδική κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

  • δουλειά

    noun feminine

    Avresti dovuto darmi il mio portafoglio in ufficio.

    Mπορούσες να μου δώσεις στη δουλειά το πορτοφόλι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξίωμα
    • εργασία
    • συ
    • Γραφείο
    • λειτούργημα
    • λειτουργία
    • κρατική υπηρεσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ufficio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ufficio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εργασία

    Lei sa che l' Ufficio di presidenza ha elaborato un documento di lavoro per discutere di questo tema.

    Γνωρίζετε πως υπάρχει μια διάταξη εργασιών του Προεδρείου για τη συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος.

  • Τηλέφωνο εργασίας

Φράσεις παρόμοιες με "ufficio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ufficio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη