Μετάφραση του "urto" σε Ελληνικά

Οι σύγκρουση, σοκ, Κρούση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urto" σε Ελληνικά.

urto noun verb masculine γραμματική

Entrare in collisione con un'altro oggetto, producendo un cambiamento della direzione o della velocità di un'oggetto o di tutte e due.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun feminine

    La zona in cui avvengono urto e spostamento del veicolo dev’essere orizzontale.

    Το τμήμα του οχήματος που υπόκειται σε σύγκρουση και μετατόπιση πρέπει να είναι οριζόντιο.

  • σοκ

    noun neuter

    - La prova di resistenza agli urti termici comprende 25 cicli da realizzare nel seguente modo :

    - Η δοκιμή αντοχής στα θερμικά σοκ περιλαμβάνει 25 κύκλους που εκτελούνται όπως κατωτέρω:

  • Κρούση

    Dopo un solo urto su uno di questi punti non si devono constatare perdite di liquido.

    Μετά από μία κρούση σε ένα από αυτά τα σημεία, δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαρροή υγρού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " urto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "urto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "urto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη