Μετάφραση του "uso" σε Ελληνικά

Οι χρήση, συνήθεια, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uso" σε Ελληνικά.

uso noun verb masculine γραμματική

Il servirsi di qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήση

    noun feminine

    azione o attività che un elemento è in grado di svolgere, per la quale esso è usato

    Questo favorì l’introduzione di mosaici che usavano solo tessere bianche e nere.

    Έτσι λοιπόν, άρχισαν να κατασκευάζονται ψηφιδωτά με τη χρήση μόνο ασπρόμαυρων ψηφίδων.

  • συνήθεια

    noun feminine

    Usanze e consuetudini tipiche di una collettività o di un gruppo sociale.

    Avevi l'abitudine di usare la gente e poi lasciarla in un angolo.

    Είχες τη συνήθεια να χρησιμοποιείς τους ανθρώπους και μετά να τους πετάς.

  • εργασία

    noun feminine

    Per questa operazione ci si serve degli apparecchi usati per la prova su pista.

    Για την εργασία αυτή χρησιμοποιούνται τα ίδια όργανα που χρησιμοποιήθηκαν και για τη δοκιμή επί οδού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραφείο
    • δουλειά
    • έθιμο
    • ντύσιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη