Μετάφραση του "utensile" σε Ελληνικά
Οι εργαλείο, σκεύος, σύνεργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utensile" σε Ελληνικά.
utensile
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
εργαλείο
noun neuterAsce, roncole e simili utensili taglienti (escluse piccozze da ghiaccio)
Τσεκούρια, κλαδευτικά μαχαίρια και παρόμοια κοπτικά εργαλεία (εκτός από τις σκαπάνες ορειβασίας)
-
σκεύος
noun neuterNon poteva usare un utensile da cucina per salvarsi la vita.
Δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα σκεύος κουζίνας για να σώσει τη ζωή της.
-
σύνεργο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οικιακό σκεύος
- χρειώδη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utensile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utensile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαγειρικό σκεύος
-
εργαλείο χειρός · χειρονακτικά εργαλεία
-
εργαλείο για κόψιμο
-
Κατσαρόλα
-
Εργαλειομηχανή · εργαλειομηχανή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη