Μετάφραση του "utile" σε Ελληνικά

Οι χρήσιμος, κέρδος, όφελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utile" σε Ελληνικά.

utile adjective masculine γραμματική

Quello che rimane detraendo dal totale dei ricavi il totale dei costi di un'attività economica, di un'operazione commerciale o finanziaria.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήσιμος

    adjective

    Tom mi ha insegnato molte cose utili.

    Ο Τομ μου έμαθε πολλά χρήσιμα πράγματα.

  • κέρδος

    noun neuter

    Dato che alla data della privatizzazione non era ancora emerso alcun utile, si è rinunciato totalmente al rimborso.

    Επειδή μετά την ιδιωτικοποίηση δεν επιτεύχθηκε κανένα κέρδος, η αποπληρωμή μπήκε τελείως σε δεύτερη μοίρα.

  • όφελος

    noun neuter

    La vita umana è più importante di qualsiasi utile economico.

    Οι ανθρώπινες ζωές είναι σημαντικότερες από οποιοδήποτε οικονομικό όφελος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έσοδα
    • δυνατός
    • ωφέλεια
    • ωφέλημα
    • κέρδη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "utile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη