Μετάφραση του "utilizzo" σε Ελληνικά

Οι χρήση, αξιοποίηση, εκμετάλλευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utilizzo" σε Ελληνικά.

utilizzo noun verb masculine γραμματική

Il servirsi di qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήση

    noun feminine

    Si raccomanda di utilizzare cavi di 150 metri di lunghezza.

    Συνιστάται η χρήση ταινιών tori μήκους 150 m.

  • αξιοποίηση

    Noun

    Questa strategia consentirà inoltre di utilizzare al meglio i sistemi europei nel pieno rispetto del principio di sussidiarietà.

    Επιπλέον, θα εξασφαλίσει την πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών συστημάτων μέσω της τήρησης της αρχής της επικουρικότητας.

  • εκμετάλλευση

    noun

    Si definiscono così la necessità e le modalità di utilizzo di tale margine d'azione nella politica monetaria.

    Αυτές καθιστούν ακόμα απαραίτητη και εφικτή την εκμετάλλευση των περιθωρίων στη νομισματική πολιτική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utilizzo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "utilizzo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utilizzo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη