Μετάφραση του "veicolo" σε Ελληνικά

Οι όχημα, φορέας, μέσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veicolo" σε Ελληνικά.

veicolo noun verb masculine γραμματική

Mezzo mobile mediante il quale si possono trasportare persone o oggetti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όχημα

    noun neuter

    Mezzo mobile mediante il quale si possono trasportare persone o oggetti.

    apparecchiature elettroniche appositamente progettate per veicoli di rientro.

    Ηλεκτρονικός εξοπλισμός ειδικά σχεδιασμένος για οχήματα επανεισόδου στην ατμόσφαιρα.

  • φορέας

    noun masculine

    La sostanza di saggio o il veicolo vengono normalmente somministrati oralmente per intubazione.

    Η υπό δοκιμή ουσία ή φορέας χορηγείται, συνήθως, από το στόμα με διασωλήνωση.

  • μέσο

    noun neuter

    l'uso di società veicolo per l'emissione indiretta di strumenti di fondi propri.

    τη χρήση οντοτήτων ειδικού σκοπού για την έμμεση έκδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Όχημα
    • έκδοχο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veicolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "veicolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veicolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη