Μετάφραση του "ventaglio" σε Ελληνικά
Οι βεντάλια, ανεμιστήρας, αερίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventaglio" σε Ελληνικά.
ventaglio
noun
verb
masculine
γραμματική
Serie, spec. ampia, di elementi o fenomeni.
-
βεντάλια
noun feminineSapevo che non voleva che distruggessi il ventaglio.
Ήξερα ότι δε θα θέλατε να καταστρέψω τη βεντάλια.
-
ανεμιστήρας
noun masculineEW: Sembrava che ci stesse prendendo in giro, in una specie di danza a ventaglio —
'ΙΟ: Έμοιαζε να μας πειράζει, κάνοντας ένα είδος χορού σαν ανεμιστήρας -
-
αερίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ventaglio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ventaglio"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη