Μετάφραση του "vergine" σε Ελληνικά

Οι παρθένα, ανεκπαίδευτος, πρωτόπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vergine" σε Ελληνικά.

vergine adjective noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρθένα

    noun feminine

    Γυναίκα που δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις.

    Ti ho detto che ero vergine e hai fatto sesso con la prima che passava.

    Σου είπα πως ήμουν παρθένα και έκανες σεξ με την πρώτη κοπέλα που μπορούσες να βρεις.

  • ανεκπαίδευτος

    adjective masculine
  • πρωτόπειρος

    adjective masculine
  • παρθένος

    noun masculine

    Penso che preferire morire vergine piuttosto che fare sesso per pietà.

    Προτιμώ να μείνω παρθένος για πάντα απ'το να κάνω παιδικό σεξ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vergine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vergine proper feminine

Vergine (costellazione) [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρθένος

    proper feminine

    ''(astronomia)'' [..]

    Beh, è confusa e... sorpresa dalla sua sessualità appena sbocciata, come la Vergine Maria.

    Είναι μπερδεμένη κι έκπληκτη από την ανερχόμενη σεξουαλικότητα. Όπως η Παρθένος Μαρία.

Εικόνες με "vergine"

Φράσεις παρόμοιες με "vergine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vergine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη