Μετάφραση του "vestiti" σε Ελληνικά
Οι ρούχα, ρούχο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vestiti" σε Ελληνικά.
vestiti
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Tutti i capi concepiti per essere indossati sul corpo di una persona.
-
ρούχα
noun n-pI vestiti di Tom erano vecchi, ma puliti.
Τα ρούχα του Τομ είναι παλιά, αλλά καθαρά.
-
ρούχο
noun neuterDiciamo che vestita cosi', i capelli non sono gli unici peli che dovrai sistemare.
Ε, ας πούμε ότι θα χρειαζόσουν διπλάσιο μήκος σε μαλλιά για να φορέσεις αυτό το ρούχο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vestiti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vestiti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρόμπα κοντή
-
buster suit
-
όλα μου έρχονται βολικά
-
ένδυμα · ενδυμασία · ενδύω · εξοπλισμός · κοστούμι · κουστούμι · ρούχο · φουστάνι · φόρεμα
-
ένδυμα · αμφίεση · βάζω · δέχομαι · ενδυμασία · ενδύω · ντύνομαι · ντύνω · πανί · περιβολή · φοράω · φορώ · φόρεμα · ύφασμα
-
Βέστα
-
νυφικό κοστούμι
-
νυφικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη