Μετάφραση του "via" σε Ελληνικά
Οι οδός, δρόμος, μακριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "via" σε Ελληνικά.
via
interjection
noun
adposition
adverb
feminine
γραμματική
Parte di strada asfaltata, di solito in un villaggio o in una città.
-
οδός
noun feminineTale area corrisponde all’estuario dell’Elba ed è considerata una via navigabile interna.
Η εν λόγω περιοχή βρίσκεται στις εκβολές του Έλβα και θεωρείται ως εσωτερική πλωτή οδός.
-
δρόμος
noun masculineNon c'erano fiori o alberi nella sua via.
Δεν υπήρχαν λουλούδια ή δέντρα σε αυτόν το δρόμο.
-
μακριά
adverbPassano nove mesi e la madre si porta via Daniel.
Εννέα μήνες μετά από αυτό, πήρε τον Ντάνιελ μακριά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μέσω
- μονοπάτι
- οδ.
- διαδρομή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " via " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
VIA
-
αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
Εικόνες με "via"
Φράσεις παρόμοιες με "via" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος
-
αχρηστεύω · ξεφορτώνομαι
-
κ.ο.κ · και ούτω καθεξής
-
εξ αιτίας
-
μεταφορά μέσω πλωτής οδού
-
διάρρους · πλωτή οδός · υδαταγωγός · υδατόρρευμα
-
οδηγία ΕΠΕ
-
μεσοδρομίς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη