Μετάφραση του "vicinato" σε Ελληνικά

Οι γειτονιά, περίχωρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vicinato" σε Ελληνικά.

vicinato verb noun masculine γραμματική

Regione definita dalla sua vicinanza a qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γειτονιά

    noun feminine

    Ho fatto secchi tutti i bambini del vicinato.

    Κι εγώ είχα σκοτώσει όλα τα παιδιά στη γειτονιά.

  • περίχωρα

    n-p
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vicinato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vicinato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vicinato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη