Μετάφραση του "vigoroso" σε Ελληνικά
Οι ισχυρός, δυνατός, ακμαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vigoroso" σε Ελληνικά.
vigoroso
adjective
masculine
γραμματική
Forte, dotato di notevole robustezza.
-
ισχυρός
adjectiveSei un maschio vigoroso e dominante ma... chissa '?
Είσαι ισχυρός και αυταρχικός, αλλά ... ποιος ξέρει
-
δυνατός
adjective masculineSono stati tuttavia evitati danni maggiori grazie a interventi di emergenza molto vigorosi.
Ωστόσο, στάθηκε δυνατό να αποφευχθούν περισσότερο εκτεταμένες ζημίες χάρη σε ιδιαίτερα εντατικές ενέργειες έκτακτης ανάγκης.
-
ακμαίος
adjective masculine -
κραταιός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vigoroso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη