Μετάφραση του "vorace" σε Ελληνικά

Οι λαίμαργος, αδηφάγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vorace" σε Ελληνικά.

vorace adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαίμαργος

    noun masculine

    Oggi questi insetti voraci vengono tenuti a bada grazie a una combinazione di strategie agricole, biologiche e chimiche.

    Σήμερα, γίνεται συνδυασμένη χρήση αγροτικών, βιολογικών και χημικών μεθόδων για να κρατούνται υπό έλεγχο αυτά τα λαίμαργα φυλλοφάγα σκαθάρια.

  • αδηφάγος

    noun masculine

    Io sono un lettore vorace,

    Είμαι ένας αδηφάγος αναγνώστης,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vorace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vorace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη