Μετάφραση του "voto" σε Ελληνικά

Οι ψηφοφορία, ψήφος, ψήφιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voto" σε Ελληνικά.

voto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψηφοφορία

    noun feminine

    In assenza di altre richieste, la proposta verrà ora messa ai voti.

    Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες εισηγήσεις, θα θέσουμε την πρόταση σε ψηφοφορία.

  • ψήφος

    noun feminine

    In caso di parità di voti è decisivo il voto del presidente.

    Σε περίπτωση ισοψηφίας η ψήφος του Προέδρου είναι αποφασιστική.

  • ψήφιση

    noun

    L'obiettivo è che su questa direttiva si voti quanto prima.

    Και το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα να έχουμε την ψήφιση μιας τέτοιας οδηγίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαθμός
    • όρκος
    • Ψηφοφορία
    • διαβεβαίωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "voto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη