Μετάφραση του "weekend" σε Ελληνικά

Το σαββατοκύριακο είναι η μετάφραση του "weekend" σε Ελληνικά.

weekend noun masculine γραμματική

Il riposo dal lavoro settimana, generalmente associato con il giorno di culto religioso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαββατοκύριακο

    noun neuter

    Com'è stato il suo weekend?

    Πως πήγε το Σαββατοκύριακο;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weekend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weekend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη