Μετάφραση του "xenofobo" σε Ελληνικά

Οι ξενοφοβικός, ξενόφοβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "xenofobo" σε Ελληνικά.

xenofobo adjective noun masculine γραμματική

Persona che ha paura delle persone sconosciute, o che sono diverse da lei, specialmente nel caso di persone straniere.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξενοφοβικός

    adjective
  • ξενόφοβος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " xenofobo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "xenofobo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη