Μετάφραση του "carcer" σε Ελληνικά

Οι δεσμωτήριο, φυλακή, μπουντρούμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carcer" σε Ελληνικά.

carcer noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμωτήριο

    noun neuter

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

  • φυλακή

    noun feminine

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

  • μπουντρούμι

    noun neuter

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κελί
    • κρατούμενος
    • φυλακισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carcer " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Carcer
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακή

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "carcer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carcer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη