Μετάφραση του "caro" σε Ελληνικά
Οι κρέας, σάρκα, Κρέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caro" σε Ελληνικά.
caro
adjective
noun
feminine
γραμματική
-
κρέας
noun neuterEt piscem et carnem vendunt.
Αυτοί πουλάνε ψάρι και κρέας.
-
σάρκα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " caro " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Caro
-
Κρέας
Carnem ter in hebdomade edo.
Τρώω κρέας τρείς φορές την εβδομάδα.
Εικόνες με "caro"
Φράσεις παρόμοιες με "caro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χοιρινό
-
κρέας · σάρκα
-
αγάπη · αγαπημένος · αγαπητός · αδελφικός · ακριβός
-
χοιρινό
-
χοιρινό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη