Μετάφραση του "commilito" σε Ελληνικά

Οι συμπολεμιστής, συστρατιώτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commilito" σε Ελληνικά.

commilito noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπολεμιστής

    noun masculine
  • συστρατιώτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commilito " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commilito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη