Μετάφραση του "facio" σε Ελληνικά
Οι κάνω, κατασκευάζω, φτιάχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "facio" σε Ελληνικά.
facio
Verb
verb
γραμματική
-
κάνω
verbQuod non mē occidit, fortior mē facit.
Ό,τι δε με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό.
-
κατασκευάζω
verb -
φτιάχνω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δρω
- ενεργώ
- καταφέρνω
- μάλλον
- πράττω
- συμπεριφέρομαι
- υποθέτω
- κάμνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " facio " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Εικόνες με "facio"
Φράσεις παρόμοιες με "facio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δουλεύω · εργάζομαι
-
ταξιδεύω
-
όποιος σκάβει το λάκκο του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα
-
De facto
-
Πρόσωπο
-
άθλος · αγωγή · διάταγμα
-
αέρας · πρόσωπο
-
διορίζω · εκλέγω · κάμνω · κάνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη