Μετάφραση του "fons" σε Ελληνικά

Οι πηγή, κεφαλάρι, νερομάνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fons" σε Ελληνικά.

fons noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγή

    noun feminine
  • κεφαλάρι

    noun neuter
  • νερομάνα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρήνη
    • ανάβρα
    • βρύση
    • θερμοπηγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fons " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fons"

Φράσεις παρόμοιες με "fons" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fons" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη