Μετάφραση του "insula" σε Ελληνικά

Οι νησί, νήσος, απομονώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insula" σε Ελληνικά.

insula noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • νησί

    noun neuter

    νησί

    In Graecia multae insulae sunt.

    Υπάρχουν πολλά νησιά στην Ελλάδα.

  • νήσος

    noun feminine
  • απομονώνω

    Verb verb
  • λιλ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insula " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Insula proper feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λιλ

  • νησί

    noun

    γη περιβαλλόμενη από νερό

    Insulae in mari sunt.

    Υπάρχουν νησιά στη θάλασσα.

Εικόνες με "insula"

Φράσεις παρόμοιες με "insula" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insula" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη