Μετάφραση του "labor" σε Ελληνικά

Οι έργο, άθλος, αγγαρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "labor" σε Ελληνικά.

labor verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • έργο

    noun neuter
  • άθλος

    noun masculine
  • αγγαρεία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δουλειά
    • εργασία
    • αγωνία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " labor " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Labor
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έργο

  • εργασία

    noun

    Universi , sine discrimine , aequo praemio aequo labore jus habent .

    ' Ολοι , χωρίς καμία διάκριση , έχουν το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία .

Φράσεις παρόμοιες με "labor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "labor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη